Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρατονισμός

/pa.ɾa.to.niˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γραμματικήη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρατονίζω, ο λανθασμένος τονισμός Βικιλεξικό
  2. μετρικήαντικανονική μετατροπή του ποιητικού μέτρου Βικιλεξικό
    • Γεράσιμος Σπαταλάς, (1997) Η στιχουργική τέχνη Στιχουργία @greek-language.gr

Ετυμολογία

παρατονισμός < (παρατονίζω) παρα-τονισ- + -μός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρατονισμόςπαρατονισμοί
Γενικήπαρατονισμούπαρατονισμών
Αιτιατικήπαρατονισμόπαρατονισμούς
Κλητικήπαρατονισμέπαρατονισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →