παρατράγουδο
•
- συνήθως στον πληθυντικό: παρατράγουδαεπεισοδιακή, άτοπη ή απρεπής εξέλιξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρατράγουδο < παρα- + τραγούδ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρατράγουδο | παρατράγουδα |
| Γενική | παρατράγουδου | παρατράγουδων |
| Αιτιατική | παρατράγουδο | παρατράγουδα |
| Κλητική | παρατράγουδο | παρατράγουδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →