Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρατυπώ

ρήμα
•
  1. κάνω παρατυπίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρατυπώ < παράτυπ(ος) + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαρατυπώπαρατυπείςπαρατυπείπαρατυπούμεπαρατυπείτεπαρατυπούν / παρατυπούνε
Παρατατικόςπαρατυπούσαπαρατυπούσεςπαρατυπούσεπαρατυπούσαμεπαρατυπούσατεπαρατυπούσαν / παρατυπούσανε
Αόριστοςπαρατύπησαπαρατύπησεςπαρατύπησεπαρατυπήσαμεπαρατυπήσατεπαρατυπήσαν / παρατυπήσανε / παρατύπησαν
Μέλλονταςθα παρατυπήσω / θα παρατυπώθα παρατυπήσεις / θα παρατυπείςθα παρατυπήσει / θα παρατυπείθα παρατυπήσουμε / θα παρατυπούμεθα παρατυπήσετε / θα παρατυπείτεθα παρατυπήσουν / θα παρατυπήσουνε / θα παρατυπούν / θα παρατυπούνε
Παρακείμενοςέχω παρατυπήσειέχεις παρατυπήσειέχει παρατυπήσειέχουμε παρατυπήσειέχετε παρατυπήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παρατυπήσειείχες παρατυπήσειείχε παρατυπήσειείχαμε παρατυπήσει——
Υποτακτικήνα έχω παρατυπήσει / να παρατυπήσω / να παρατυπώνα έχεις παρατυπήσει / να παρατυπήσεις / να παρατυπείςνα έχει παρατυπήσει / να παρατυπήσει / να παρατυπείνα έχουμε παρατυπήσει / να παρατυπήσουμε / να παρατυπούμενα έχετε παρατυπήσει / να παρατυπήσετε / να παρατυπείτενα παρατυπήσουν / να παρατυπήσουνε / να παρατυπούν / να παρατυπούνε
Προστακτική—παρατύπει / παρατύπησε——παρατυπήστε / παρατυπείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →