παρατυπώνω
•
- τυπώνω λανθασμένα Βικιλεξικό
- τυπώνω υπερβολικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρατυπώνω < παρα- + τυπώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρατυπώνω | παρατυπώνεις | παρατυπώνει | παρατυπώνουμε | παρατυπώνετε | παρατυπώνουν / παρατυπώνουνε |
| Παρατατικός | παρατύπωνα | παρατύπωνες | παρατύπωνε | παρατυπώναμε | παρατυπώνατε | παρατυπώναν / παρατυπώνανε / παρατύπωναν |
| Αόριστος | παρατύπωσα | παρατύπωσες | παρατύπωσε | παρατυπώσαμε | παρατυπώσατε | παρατυπώσαν / παρατυπώσανε / παρατύπωσαν |
| Μέλλοντας | θα παρατυπώνω / θα παρατυπώσω | θα παρατυπώνεις / θα παρατυπώσεις | θα παρατυπώνει / θα παρατυπώσει | θα παρατυπώνουμε / θα παρατυπώσουμε | θα παρατυπώνετε / θα παρατυπώσετε | θα παρατυπώνουν / θα παρατυπώνουνε / θα παρατυπώσουν / θα παρατυπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παρατυπώσει | έχεις παρατυπώσει | έχει παρατυπώσει | έχουμε παρατυπώσει | έχετε παρατυπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρατυπώσει | είχες παρατυπώσει | είχε παρατυπώσει | είχαμε παρατυπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρατυπώσει / να παρατυπώνω / να παρατυπώσω | να έχεις παρατυπώσει / να παρατυπώνεις / να παρατυπώσεις | να έχει παρατυπώσει / να παρατυπώνει / να παρατυπώσει | να έχουμε παρατυπώσει / να παρατυπώνουμε / να παρατυπώσουμε | να έχετε παρατυπώσει / να παρατυπώνετε / να παρατυπώσετε | να παρατυπώνουν / να παρατυπώνουνε / να παρατυπώσουν / να παρατυπώσουνε |
| Προστακτική | — | παρατύπωνε / παρατύπωσε | — | — | παρατυπώνετε / παρατυπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →