παραφέντης
•
- ο δεύτερος ιεραρχικά μετά τον αφέντη Βικιλεξικό
- αυτός που προσωρινά διατελεί αφέντης κάποιου ή κάποιων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραφέντης < παρα- + αφέντης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραφέντης | παραφέντες, παραφέντηδες / παραφεντάδες |
| Γενική | παραφέντη | παραφεντάδων / παραφεντών, παραφέντηδων |
| Αιτιατική | παραφέντη | παραφέντες, παραφέντηδες / παραφεντάδες |
| Κλητική | παραφέντη | παραφέντες, παραφέντηδες / παραφεντάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →