παραχαϊδεύω
•
- επιτατικό ρήμαχαϊδεύω κάποιον υπερβολικά, του κάνω όλα τα χατίρια, τον καλομαθαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραχαϊδεύω < παρα- + χαϊδεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραχαϊδεύω | παραχαϊδεύεις | παραχαϊδεύει | παραχαϊδεύουμε | παραχαϊδεύετε | παραχαϊδεύουν / παραχαϊδεύουνε |
| Παρατατικός | παραχάιδευα | παραχάιδευες | παραχάιδευε | παραχαϊδεύαμε | παραχαϊδεύατε | παραχάιδευαν / παραχαϊδεύαν / παραχαϊδεύανε |
| Αόριστος | παραχάιδεψα | παραχάιδεψες | παραχάιδεψε | παραχαϊδέψαμε | παραχαϊδέψατε | παραχάιδεψαν / παραχαϊδέψαν / παραχαϊδέψανε |
| Μέλλοντας | θα παραχαϊδέψω / θα παραχαϊδεύω | θα παραχαϊδέψεις / θα παραχαϊδεύεις | θα παραχαϊδέψει / θα παραχαϊδεύει | θα παραχαϊδέψουμε / θα παραχαϊδεύουμε | θα παραχαϊδέψετε / θα παραχαϊδεύετε | θα παραχαϊδέψουν / θα παραχαϊδέψουνε / θα παραχαϊδεύουν / θα παραχαϊδεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραχαϊδέψει | έχεις παραχαϊδέψει | έχει παραχαϊδέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραχαϊδέψει | είχες παραχαϊδέψει | είχε παραχαϊδέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραχαϊδέψει / να παραχαϊδέψω / να παραχαϊδεύω | να έχεις παραχαϊδέψει / να παραχαϊδέψεις / να παραχαϊδεύεις | να έχει παραχαϊδέψει / να παραχαϊδέψει / να παραχαϊδεύει | να παραχαϊδέψουμε / να παραχαϊδεύουμε | να παραχαϊδέψετε / να παραχαϊδεύετε | να παραχαϊδέψουν / να παραχαϊδέψουνε / να παραχαϊδεύουν / να παραχαϊδεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε παραχαϊδεμένο / παραχάιδευε / παραχάιδεψε | — | — | παραχαϊδέψτε / παραχαϊδεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παραχαϊδεύτηκαπαραχαϊδεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →