παραχείμαση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραχειμάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραχείμαση < παραχειμάζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραχείμαση | παραχειμάσεις |
| Γενική | παραχείμασης | παραχειμάσεων |
| Αιτιατική | παραχείμαση | παραχειμάσεις |
| Κλητική | παραχείμαση | παραχειμάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →