παραχωρήσιμος
•
- που μπορεί να παραχωρηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραχωρήσιμος < (παραχωρώ) παραχωρησ- + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραχωρήσιμος | παραχωρήσιμη | παραχωρήσιμο |
| Γενική | παραχωρήσιμου | παραχωρήσιμης | παραχωρήσιμου |
| Αιτιατική | παραχωρήσιμο | παραχωρήσιμη | παραχωρήσιμο |
| Κλητική | παραχωρήσιμε | παραχωρήσιμη | παραχωρήσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραχωρήσιμοι | παραχωρήσιμες | παραχωρήσιμα |
| Γενική | παραχωρήσιμων | παραχωρήσιμων | παραχωρήσιμων |
| Αιτιατική | παραχωρήσιμους | παραχωρήσιμες | παραχωρήσιμα |
| Κλητική | παραχωρήσιμοι | παραχωρήσιμες | παραχωρήσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →