Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραχωρητήριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςδημόσιο έγγραφο που δηλώνει την παραχώρηση δικαιώματος (π.χ. ανέγερση) ή πράγματος (π.χ. έκταση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραχωρητήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παραχωρητήριος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραχωρητήριοπαραχωρητήρια
Γενικήπαραχωρητήριου / παραχωρητηρίουπαραχωρητηρίων
Αιτιατικήπαραχωρητήριοπαραχωρητήρια
Κλητικήπαραχωρητήριοπαραχωρητήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →