παραχωρητήριο
•
- νομικός όροςδημόσιο έγγραφο που δηλώνει την παραχώρηση δικαιώματος (π.χ. ανέγερση) ή πράγματος (π.χ. έκταση) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραχωρητήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παραχωρητήριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραχωρητήριο | παραχωρητήρια |
| Γενική | παραχωρητήριου / παραχωρητηρίου | παραχωρητηρίων |
| Αιτιατική | παραχωρητήριο | παραχωρητήρια |
| Κλητική | παραχωρητήριο | παραχωρητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →