παραχώνω
•
- χώνω κάτι πολύ βαθιά στο έδαφος Βικιλεξικό
- μεταφορικάενταφιάζω, θάβω Βικιλεξικό
- μεταφορικάτοποθετώ κάτι ανάμεσα σε άλλα πράγματα με σκοπό να το κρύψω Βικιλεξικό
- επιτατικό ρήμασυνήθως παθητικό Βικιλεξικό
- όπως στην έκφραση: παραχώνω τη μύτη μου < χώνω τη μύτη μου
Ετυμολογία
παραχώνω < παρα- (< παρά) + χώνω. Διαφορετική η αρχαία ελληνική παραχώννυμι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραχώνω | παραχώνεις | παραχώνει | παραχώνουμε | παραχώνετε | παραχώνουν / παραχώνουνε |
| Παρατατικός | παράχωνα | παράχωνες | παράχωνε | παραχώναμε | παραχώνατε | παράχωναν / παραχώναν / παραχώνανε |
| Αόριστος | παράχωσα | παράχωσες | παράχωσε | παραχώσαμε | παραχώσατε | παράχωσαν / παραχώσαν / παραχώσανε |
| Μέλλοντας | θα παραχώσω / θα παραχώνω | θα παραχώνεις / θα παραχώσεις | θα παραχώνει / θα παραχώσει | θα παραχώνουμε / θα παραχώσουμε | θα παραχώνετε / θα παραχώσετε | θα παραχώσουνε / θα παραχώνουν / θα παραχώνουνε / θα παραχώσουν |
| Παρακείμενος | έχω παραχώσει | έχεις παραχώσει | έχει παραχώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραχώσει | είχες παραχώσει | είχε παραχώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραχώσει / να παραχώσω / να παραχώνω | να έχεις παραχώσει / να παραχώνεις / να παραχώσεις | να έχει παραχώσει / να παραχώνει / να παραχώσει | να παραχώνουμε / να παραχώσουμε | να παραχώνετε / να παραχώσετε | να παραχώσουνε / να παραχώνουν / να παραχώνουνε / να παραχώσουν |
| Προστακτική | — | παράχωνε / παράχωσε / έχε παραχωμένο | — | — | παραχώστε / παραχώνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παραχώθηκαπαραχώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →