παραψυχολογικός
•
- που έχει σχέση με την παραψυχολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραψυχολογικός < παραψυχολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραψυχολογικός | παραψυχολογική | παραψυχολογικό |
| Γενική | παραψυχολογικού | παραψυχολογικής | παραψυχολογικού |
| Αιτιατική | παραψυχολογικό | παραψυχολογική | παραψυχολογικό |
| Κλητική | παραψυχολογικέ | παραψυχολογική | παραψυχολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραψυχολογικοί | παραψυχολογικές | παραψυχολογικά |
| Γενική | παραψυχολογικών | παραψυχολογικών | παραψυχολογικών |
| Αιτιατική | παραψυχολογικούς | παραψυχολογικές | παραψυχολογικά |
| Κλητική | παραψυχολογικοί | παραψυχολογικές | παραψυχολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →