Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρβοϊός

/par.vo.iˈos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήμονόκλωνος DNA ιός που προσβάλλει κυρίως ζώα (ο parvovirus B19 προσβάλλει και ανθρώπους) Βικιλεξικό
    • Ο παρβοϊός που κόστισε τη ζωή σ’ ένα 3,5 ετών κορίτσι στη Θεσσαλονίκη, γνωστή επίσης ως «πέμπτη νόσος», είναι από τις συνήθεις παιδικές λοιμώξεις που προκαλούν πυρετό και εξάνθημα. (www.lifo.gr, 16.05.2023)

Ετυμολογία

παρβοϊός < λατινική parvus + ιός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική parvovirus)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρβοϊόςπαρβοϊοί
Γενικήπαρβοϊούπαρβοϊών
Αιτιατικήπαρβοϊόπαρβοϊούς
Κλητικήπαρβοϊέπαρβοϊοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →