παρεγγραφή
•
- νομικός όροςη αντικανονική αναγραφή λέξης σε νομικό έγγραφο όπως ανάμεσα στα κενά των γραμμών ενός κειμένου ή ... ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- 20ός αιώνας opengov.gr πρόσβαση:2023.04.14.
- 19ος αιώνας «Διάταγμα περί διαιρέσεως των ενοριών κατά πόλεις, κωμοπόλεις και χωρία», Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αριθ. 26, 26 Ιουνίου 1856. @books.google
Ετυμολογία
παρεγγραφή < παρεγγράφ(ω) + -ή. ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Μορφολογικά αναλύεται σε παρ- + εγγραφή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρεγγραφή | παρεγγραφές |
| Γενική | παρεγγραφής | παρεγγραφών |
| Αιτιατική | παρεγγραφή | παρεγγραφές |
| Κλητική | παρεγγραφή | παρεγγραφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →