παρεγκεφαλιδικός
•
- που έχει σχέση με την παρεγκεφαλίδα, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρεγκεφαλιδικός < παρεγκεφαλίδα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρεγκεφαλιδικός | παρεγκεφαλιδική | παρεγκεφαλιδικό |
| Γενική | παρεγκεφαλιδικού | παρεγκεφαλιδικής | παρεγκεφαλιδικού |
| Αιτιατική | παρεγκεφαλιδικό | παρεγκεφαλιδική | παρεγκεφαλιδικό |
| Κλητική | παρεγκεφαλιδικέ | παρεγκεφαλιδική | παρεγκεφαλιδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρεγκεφαλιδικοί | παρεγκεφαλιδικές | παρεγκεφαλιδικά |
| Γενική | παρεγκεφαλιδικών | παρεγκεφαλιδικών | παρεγκεφαλιδικών |
| Αιτιατική | παρεγκεφαλιδικούς | παρεγκεφαλιδικές | παρεγκεφαλιδικά |
| Κλητική | παρεγκεφαλιδικοί | παρεγκεφαλιδικές | παρεγκεφαλιδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →