Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρεγκεφαλιδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παρεγκεφαλίδα, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρεγκεφαλιδικός < παρεγκεφαλίδα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρεγκεφαλιδικόςπαρεγκεφαλιδικήπαρεγκεφαλιδικό
Γενικήπαρεγκεφαλιδικούπαρεγκεφαλιδικήςπαρεγκεφαλιδικού
Αιτιατικήπαρεγκεφαλιδικόπαρεγκεφαλιδικήπαρεγκεφαλιδικό
Κλητικήπαρεγκεφαλιδικέπαρεγκεφαλιδικήπαρεγκεφαλιδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρεγκεφαλιδικοίπαρεγκεφαλιδικέςπαρεγκεφαλιδικά
Γενικήπαρεγκεφαλιδικώνπαρεγκεφαλιδικώνπαρεγκεφαλιδικών
Αιτιατικήπαρεγκεφαλιδικούςπαρεγκεφαλιδικέςπαρεγκεφαλιδικά
Κλητικήπαρεγκεφαλιδικοίπαρεγκεφαλιδικέςπαρεγκεφαλιδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →