παρειακός
•
- που έχει σχέση με τις παρειές, αναφέρεται ή βρίσκεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
- Στο πλαίσιο της εκπόνησης της παρούσας Διδακτορικής Διατριβής, πραγματοποιήθηκε πληθώρα χαρακτηρισμών των φυσικοχημικών και μηχανικών ιδιοτήτων, καθώς και ένα μεγάλο εύρος in vitro και ex vivo μελετών, προκειμένου να αξιολογηθεί και να θεμελιωθεί η μεμονωμένη ή συνδυαστική αξιοποίηση των δυνατοτήτων των τεχνολογιών δισδιάστατης και τρισδιάστατης εκτύπωσης στην ανάπτυξη κατά απαίτηση συστημάτων χορήγησης φαρμάκων στην παρειακή κοιλότητα. (*)
Ετυμολογία
παρειακός < παρειά + -ακός < αρχαία ελληνική παρειά
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρειακός | παρειακή | παρειακό |
| Γενική | παρειακού | παρειακής | παρειακού |
| Αιτιατική | παρειακό | παρειακή | παρειακό |
| Κλητική | παρειακέ | παρειακή | παρειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρειακοί | παρειακές | παρειακά |
| Γενική | παρειακών | παρειακών | παρειακών |
| Αιτιατική | παρειακούς | παρειακές | παρειακά |
| Κλητική | παρειακοί | παρειακές | παρειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →