παρεισαγωγή
•
- η παράλληλη και ενίοτε λαθραία ή παράνομη εισαγωγή προϊόντων και αγαθών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρεισαγωγή < ελληνιστική κοινή παρεισαγωγή < αρχαία ελληνική παρεισάγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρεισαγωγή | παρεισαγωγές |
| Γενική | παρεισαγωγής | παρεισαγωγών |
| Αιτιατική | παρεισαγωγή | παρεισαγωγές |
| Κλητική | παρεισαγωγή | παρεισαγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →