παρεισφρητικός
•
- νεολογισμόςπου έχει σχέση με παρείσφρηση ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
- Σχεδιασμός και ανάπτυξη ενός ασύρματου προσωπικού συστήματος βιοπαρακολούθησης (add on) με χρήση μη παρεισφρητικών (κατά το ελάχιστο διακριτών) αισθητήρων και τεχνολογιών το οποίο μπορεί να προσαρμόζεται σε οποιαδήποτε συσκευή εισπνοής φαρμάκου («Ευφυές σύστημα Αυτοδιαχείρισης και Υποστήριξης ασθενών με χρόνια Αναπνευστικά Προβλήματα / Take-A-Breath», Επιχειρησιακό Πρόγραμμα: «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα & Καινοτομία» (ΕΠΑνΕΚ), ανακτήθηκε 26/10/2024 https://www.certh.gr/root.getattachmentfile.en.aspx?seed=14483947&path=Q2NBbkZ4ZzJhT2YxRDBIOG1aTFlnMmJYTkZuZ1N0YUtsSW5xMGtLdDhCbUM1SHJ4R2JqUm42Rm9MNEdWMW1NcG14UWp5OXdGSzA0T3grQUlsc2QzTFNSK3VSUzMxYWUzWm8ySXZhRy9yUnBhblA2MWNWVFNNY3c2engwekpiQ1k)
Ετυμολογία
παρεισφρητικός < παρεισφρέω + -τικός < ελληνιστική κοινή παρεισφρέω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρεισφρητικός / παρεισφρητικός΄ | παρεισφρητική / παρεισφρητικη | παρεισφρητικο / παρεισφρητικό |
| Γενική | παρεισφρητικού | παρεισφρητικής | παρεισφρητικού |
| Αιτιατική | παρεισφρητικό | παρεισφρητική | παρεισφρητικό |
| Κλητική | παρεισφρητικέ | παρεισφρητική | παρεισφρητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρεισφρητικοί | παρεισφρητικές | παρεισφρητικά |
| Γενική | παρεισφρητικών | παρεισφρητικών | παρεισφρητικών |
| Αιτιατική | παρεισφρητικούς | παρεισφρητικές | παρεισφρητικά |
| Κλητική | παρεισφρητικοί | παρεισφρητικές | παρεισφρητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →