Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρεκκλήσι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θρησκείαμικρή εκκλησία που βρίσκεται συνήθως έξω από τον αστικό ιστό ή εντός αυτού, εξαρτώμενο από μεγαλύτερη εκκλησία ή ανήκει σε ιδιώτη ή κάποιο ίδρυμα Βικιλεξικό
    • ...μαζί με μεταγενέστερο ταφικό παρεκκλήσι, κάτω από το δάπεδο του οποίου βρέθηκε νηπιακός λακκοειδής τάφος. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, τόμος 15, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2001, σελ. 321)

Ετυμολογία

παρεκκλήσι < μεσαιωνική ελληνική παρεκκλήσιον < παρά + ἐκκλησία < καλέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρεκκλήσιπαρεκκλήσια
Γενικήπαρεκκλησιούπαρεκκλησιών
Αιτιατικήπαρεκκλήσιπαρεκκλήσια
Κλητικήπαρεκκλήσιπαρεκκλήσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →