παρελθοντικός
•
- που αφορά παρελθοντικό χρόνο Βικιλεξικό
- που αφορά το παρελθόν/το χθες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρελθοντικός | παρελθοντική | παρελθοντικό |
| Γενική | παρελθοντικού | παρελθοντικής | παρελθοντικού |
| Αιτιατική | παρελθοντικό | παρελθοντική | παρελθοντικό |
| Κλητική | παρελθοντικέ | παρελθοντική | παρελθοντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρελθοντικοί | παρελθοντικές | παρελθοντικά |
| Γενική | παρελθοντικών | παρελθοντικών | παρελθοντικών |
| Αιτιατική | παρελθοντικούς | παρελθοντικές | παρελθοντικά |
| Κλητική | παρελθοντικοί | παρελθοντικές | παρελθοντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →