Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρελθοντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά παρελθοντικό χρόνο Βικιλεξικό
  2. που αφορά το παρελθόν/το χθες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρελθοντικόςπαρελθοντικήπαρελθοντικό
Γενικήπαρελθοντικούπαρελθοντικήςπαρελθοντικού
Αιτιατικήπαρελθοντικόπαρελθοντικήπαρελθοντικό
Κλητικήπαρελθοντικέπαρελθοντικήπαρελθοντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρελθοντικοίπαρελθοντικέςπαρελθοντικά
Γενικήπαρελθοντικώνπαρελθοντικώνπαρελθοντικών
Αιτιατικήπαρελθοντικούςπαρελθοντικέςπαρελθοντικά
Κλητικήπαρελθοντικοίπαρελθοντικέςπαρελθοντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →