Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρελθοντολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την παρελθοντολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρελθοντολογικός < παρελθοντολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρελθοντολογικόςπαρελθοντολογικήπαρελθοντολογικό
Γενικήπαρελθοντολογικούπαρελθοντολογικήςπαρελθοντολογικού
Αιτιατικήπαρελθοντολογικόπαρελθοντολογικήπαρελθοντολογικό
Κλητικήπαρελθοντολογικέπαρελθοντολογικήπαρελθοντολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρελθοντολογικοίπαρελθοντολογικέςπαρελθοντολογικά
Γενικήπαρελθοντολογικώνπαρελθοντολογικώνπαρελθοντολογικών
Αιτιατικήπαρελθοντολογικούςπαρελθοντολογικέςπαρελθοντολογικά
Κλητικήπαρελθοντολογικοίπαρελθοντολογικέςπαρελθοντολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →