παρεμβατισμός
•
- πολιτικήη κρατική παρέμβαση στις οικονομικές διαδικασίες των ιδιωτών, στην αγορά, στην ιδιωτική οικονομία, με σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συμφέροντος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρεμβατισμός < παρεμβατικός + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική interventionnisme)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρεμβατισμός | παρεμβατισμοί |
| Γενική | παρεμβατισμού | παρεμβατισμών |
| Αιτιατική | παρεμβατισμό | παρεμβατισμούς |
| Κλητική | παρεμβατισμέ | παρεμβατισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →