Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρεμφατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παρεμφαίνει Βικιλεξικό
  2. για τύπο ρήματοςπου έχει πρόσωπο και αριθμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρεμφατικός < ελληνιστική κοινή παρεμφατικός < αρχαία ελληνική παρεμφαίνω < φαίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρεμφατικόςπαρεμφατικήπαρεμφατικό
Γενικήπαρεμφατικούπαρεμφατικήςπαρεμφατικού
Αιτιατικήπαρεμφατικόπαρεμφατικήπαρεμφατικό
Κλητικήπαρεμφατικέπαρεμφατικήπαρεμφατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρεμφατικοίπαρεμφατικέςπαρεμφατικά
Γενικήπαρεμφατικώνπαρεμφατικώνπαρεμφατικών
Αιτιατικήπαρεμφατικούςπαρεμφατικέςπαρεμφατικά
Κλητικήπαρεμφατικοίπαρεμφατικέςπαρεμφατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →