παρενέργεια
•
- ειδικότεραπρόσθετη ανεπιθύμητη επίδραση φαρμακευτικής ουσίας ή σκευάσματος στον οργανισμό ατόμων όταν το χρησιμοποιούν Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάαρνητική συνέπεια κάποιου γεγονότος ή κάποιας ενέργειας Βικιλεξικό
- επιστήμη υπολογιστώνη μεταβολή στο σύστημα που προκαλείται από μία συνάρτηση ή έκφραση μετά την ολοκλήρωση της λειτουργίας της, που μπορεί να είναι επιθυμητή ή να δυσκολεύει τον σχεδιασμό του προγράμματος. Βικιλεξικό
- Εξ ορισμού οι καθαρές συναρτήσεις δεν έχουν παρενέργειες σε αντίθεση με τις μη καθαρές.
- Συνάρτηση που καλείται με αναφορά (call-by-reference), έχει παρενέργειες γιατί μεταβάλει τιμές σε θέσεις μνήμης, που μπορεί να είναι και το επιθυμητό.
Ετυμολογία
παρενέργεια < παρ- + ενέργεια, μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Nebenwirkung
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρενέργεια | παρενέργειες |
| Γενική | παρενέργειας | παρενεργειών |
| Αιτιατική | παρενέργεια | παρενέργειες |
| Κλητική | παρενέργεια | παρενέργειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →