παρενδυτικός
•
- που αναφέρεται στην παρενδυσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρενδυτικός < παρ- + ένδυ(ση) + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική transvestite ή τη γαλλική travesti
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρενδυτικός | παρενδυτική | παρενδυτικό |
| Γενική | παρενδυτικού | παρενδυτικής | παρενδυτικού |
| Αιτιατική | παρενδυτικό | παρενδυτική | παρενδυτικό |
| Κλητική | παρενδυτικέ | παρενδυτική | παρενδυτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρενδυτικοί | παρενδυτικές | παρενδυτικά |
| Γενική | παρενδυτικών | παρενδυτικών | παρενδυτικών |
| Αιτιατική | παρενδυτικούς | παρενδυτικές | παρενδυτικά |
| Κλητική | παρενδυτικοί | παρενδυτικές | παρενδυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →