παρενοχλώ
•
- υποβάλλω κάποιον σε μικρές, αλλά επαναλαμβανόμενες, επιθέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρενοχλώ < αρχαία ελληνική παρενοχλέω / παρενοχλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρενοχλώ | παρενοχλείς | παρενοχλεί | παρενοχλούμε | παρενοχλείτε | παρενοχλούν / παρενοχλούνε |
| Παρατατικός | παρενοχλούσα | παρενοχλούσες | παρενοχλούσε | παρενοχλούσαμε | παρενοχλούσατε | παρενοχλούσαν / παρενοχλούσανε |
| Αόριστος | παρενόχλησα | παρενόχλησες | παρενόχλησε | παρενοχλήσαμε | παρενοχλήσατε | παρενοχλήσαν / παρενοχλήσανε / παρενόχλησαν |
| Μέλλοντας | θα παρενοχλήσω / θα παρενοχλώ | θα παρενοχλήσεις / θα παρενοχλείς | θα παρενοχλήσει / θα παρενοχλεί | θα παρενοχλήσουμε / θα παρενοχλούμε | θα παρενοχλήσετε / θα παρενοχλείτε | θα παρενοχλήσουν / θα παρενοχλήσουνε / θα παρενοχλούν / θα παρενοχλούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρενοχλήσει | έχεις παρενοχλήσει | έχει παρενοχλήσει | έχουμε παρενοχλήσει | έχετε παρενοχλήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρενοχλήσει | είχες παρενοχλήσει | είχε παρενοχλήσει | είχαμε παρενοχλήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρενοχλήσει / να παρενοχλήσω / να παρενοχλώ | να έχεις παρενοχλήσει / να παρενοχλήσεις / να παρενοχλείς | να έχει παρενοχλήσει / να παρενοχλήσει / να παρενοχλεί | να έχουμε παρενοχλήσει / να παρενοχλήσουμε / να παρενοχλούμε | να έχετε παρενοχλήσει / να παρενοχλήσετε / να παρενοχλείτε | να παρενοχλήσουν / να παρενοχλήσουνε / να παρενοχλούν / να παρενοχλούνε |
| Προστακτική | — | παρενόχλει / παρενόχλησε | — | — | παρενοχλήστε / παρενοχλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →