παρεξήγηση
•
- η λανθασμένη ερμηνεία των λόγων και των πράξεων ενός ανθρώπου και η απόδοση σε αυτόν κακών προθέσεων Βικιλεξικό
- η ψυχρότητα μεταξύ δύο ανθρώπων ως αποτέλεσμα της ελλιπούς κατανόησης μεταξύ τους Βικιλεξικό
- ακόμα κρατάει αυτή η παρεξήγηση μεταξύ σας;
Ετυμολογία
παρεξήγηση < ελληνιστική παρεξήγησις (παρερμηνεία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρεξήγηση | παρεξηγήσεις |
| Γενική | παρεξήγησης | παρεξηγήσεων |
| Αιτιατική | παρεξήγηση | παρεξηγήσεις |
| Κλητική | παρεξήγηση | παρεξηγήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →