Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρεξηγησιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει την τάση να παρεξηγείται εύκολα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρεξηγησιάρης < παρεξηγούμαι + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρεξηγησιάρηςπαρεξηγησιάραπαρεξηγησιάρικο
Γενικήπαρεξηγησιάρηπαρεξηγησιάραςπαρεξηγησιάρικου
Αιτιατικήπαρεξηγησιάρηπαρεξηγησιάραπαρεξηγησιάρικο
Κλητικήπαρεξηγησιάρηπαρεξηγησιάραπαρεξηγησιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρεξηγησιάρηδεςπαρεξηγησιάρεςπαρεξηγησιάρικα
Γενικήπαρεξηγησιάρηδων—παρεξηγησιάρικων
Αιτιατικήπαρεξηγησιάρηδεςπαρεξηγησιάρεςπαρεξηγησιάρικα
Κλητικήπαρεξηγησιάρηδεςπαρεξηγησιάρεςπαρεξηγησιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →