Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρεπόμενο

/pa.ɾeˈpo.me.no/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοη συνέπεια, το αποτέλεσμα (συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
  2. για τον όρο της γραμματικής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρεπόμενο: ενικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τὰ παρεπόμενα (έκφραση στον πληθυντικό του παρεπόμενον) < αρχαία ελληνική παρεπόμενος, μετοχή ενεστώτα του ρήματος παρέπομαι : Και ουσιαστικοποιημένο στον πληθυντικό: τα παρεπόμενα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρεπόμενοπαρεπόμενα
Γενικήπαρεπομένου / παρεπόμενουπαρεπομένων / παρεπόμενων
Αιτιατικήπαρεπόμενοπαρεπόμενα
Κλητικήπαρεπόμενοπαρεπόμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →