παρεπόμενο
•
- λόγιοη συνέπεια, το αποτέλεσμα (συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
- για τον όρο της γραμματικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρεπόμενο: ενικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τὰ παρεπόμενα (έκφραση στον πληθυντικό του παρεπόμενον) < αρχαία ελληνική παρεπόμενος, μετοχή ενεστώτα του ρήματος παρέπομαι : Και ουσιαστικοποιημένο στον πληθυντικό: τα παρεπόμενα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρεπόμενο | παρεπόμενα |
| Γενική | παρεπομένου / παρεπόμενου | παρεπομένων / παρεπόμενων |
| Αιτιατική | παρεπόμενο | παρεπόμενα |
| Κλητική | παρεπόμενο | παρεπόμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →