παρερμηνεύω
•
- ερμηνεύω κάτι με λανθασμένο τρόπο, καταλήγοντας έτσι σε λανθασμένα συμπεράσματα Βικιλεξικό
- αντιλαμβάνομαι κάτι λανθασμένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρερμηνεύω < ελληνιστική κοινή παρερμηνεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρερμηνεύω | παρερμηνεύεις | παρερμηνεύει | παρερμηνεύουμε | παρερμηνεύετε | παρερμηνεύουν / παρερμηνεύουνε |
| Παρατατικός | παρερμήνευα | παρερμήνευες | παρερμήνευε | παρερμηνεύαμε | παρερμηνεύατε | παρερμήνευαν / παρερμηνεύαν / παρερμηνεύανε |
| Αόριστος | παρερμήνευσα | παρερμήνευσες | παρερμήνευσε | παρερμηνεύσαμε | παρερμηνεύσατε | παρερμήνευσαν / παρερμηνεύσαν / παρερμηνεύσανε |
| Μέλλοντας | θα παρερμηνεύσω / θα παρερμηνεύω | θα παρερμηνεύεις / θα παρερμηνεύσεις | θα παρερμηνεύει / θα παρερμηνεύσει | θα παρερμηνεύουμε / θα παρερμηνεύσουμε | θα παρερμηνεύετε / θα παρερμηνεύσετε | θα παρερμηνεύουν / θα παρερμηνεύουνε / θα παρερμηνεύσουν / θα παρερμηνεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παρερμηνεύσει | έχεις παρερμηνεύσει | έχει παρερμηνεύσει | έχουμε παρερμηνεύσει | έχετε παρερμηνεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρερμηνεύσει | είχες παρερμηνεύσει | είχε παρερμηνεύσει | είχαμε παρερμηνεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρερμηνεύσει / να παρερμηνεύσω / να παρερμηνεύω | να έχεις παρερμηνεύσει / να παρερμηνεύεις / να παρερμηνεύσεις | να έχει παρερμηνεύσει / να παρερμηνεύει / να παρερμηνεύσει | να έχουμε παρερμηνεύσει / να παρερμηνεύουμε / να παρερμηνεύσουμε | να έχετε παρερμηνεύσει / να παρερμηνεύετε / να παρερμηνεύσετε | να παρερμηνεύουν / να παρερμηνεύουνε / να παρερμηνεύσουν / να παρερμηνεύσουνε |
| Προστακτική | — | παρερμήνευε / παρερμήνευσε | — | — | παρερμηνεύετε / παρερμηνεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →