Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρερμηνεύω

ρήμα
•
  1. ερμηνεύω κάτι με λανθασμένο τρόπο, καταλήγοντας έτσι σε λανθασμένα συμπεράσματα Βικιλεξικό
  2. αντιλαμβάνομαι κάτι λανθασμένα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρερμηνεύω < ελληνιστική κοινή παρερμηνεύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαρερμηνεύωπαρερμηνεύειςπαρερμηνεύειπαρερμηνεύουμεπαρερμηνεύετεπαρερμηνεύουν / παρερμηνεύουνε
Παρατατικόςπαρερμήνευαπαρερμήνευεςπαρερμήνευεπαρερμηνεύαμεπαρερμηνεύατεπαρερμήνευαν / παρερμηνεύαν / παρερμηνεύανε
Αόριστοςπαρερμήνευσαπαρερμήνευσεςπαρερμήνευσεπαρερμηνεύσαμεπαρερμηνεύσατεπαρερμήνευσαν / παρερμηνεύσαν / παρερμηνεύσανε
Μέλλονταςθα παρερμηνεύσω / θα παρερμηνεύωθα παρερμηνεύεις / θα παρερμηνεύσειςθα παρερμηνεύει / θα παρερμηνεύσειθα παρερμηνεύουμε / θα παρερμηνεύσουμεθα παρερμηνεύετε / θα παρερμηνεύσετεθα παρερμηνεύουν / θα παρερμηνεύουνε / θα παρερμηνεύσουν / θα παρερμηνεύσουνε
Παρακείμενοςέχω παρερμηνεύσειέχεις παρερμηνεύσειέχει παρερμηνεύσειέχουμε παρερμηνεύσειέχετε παρερμηνεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παρερμηνεύσειείχες παρερμηνεύσειείχε παρερμηνεύσειείχαμε παρερμηνεύσει——
Υποτακτικήνα έχω παρερμηνεύσει / να παρερμηνεύσω / να παρερμηνεύωνα έχεις παρερμηνεύσει / να παρερμηνεύεις / να παρερμηνεύσειςνα έχει παρερμηνεύσει / να παρερμηνεύει / να παρερμηνεύσεινα έχουμε παρερμηνεύσει / να παρερμηνεύουμε / να παρερμηνεύσουμενα έχετε παρερμηνεύσει / να παρερμηνεύετε / να παρερμηνεύσετενα παρερμηνεύουν / να παρερμηνεύουνε / να παρερμηνεύσουν / να παρερμηνεύσουνε
Προστακτική—παρερμήνευε / παρερμήνευσε——παρερμηνεύετε / παρερμηνεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →