Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρηγορητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με παρηγόρηση ή παρηγοριά, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρηγορητικός < ελληνιστική κοινή παρηγορητικός < αρχαία ελληνική παρηγορέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρηγορητικόςπαρηγορητικήπαρηγορητικό
Γενικήπαρηγορητικούπαρηγορητικήςπαρηγορητικού
Αιτιατικήπαρηγορητικόπαρηγορητικήπαρηγορητικό
Κλητικήπαρηγορητικέπαρηγορητικήπαρηγορητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρηγορητικοίπαρηγορητικέςπαρηγορητικά
Γενικήπαρηγορητικώνπαρηγορητικώνπαρηγορητικών
Αιτιατικήπαρηγορητικούςπαρηγορητικέςπαρηγορητικά
Κλητικήπαρηγορητικοίπαρηγορητικέςπαρηγορητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →