παρηγοριέμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος παρηγορώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρηγοριέμαι | παρηγοριέσαι | παρηγοριέται | παρηγοριόμαστε | παρηγοριέστε | παρηγοριούνται |
| Παρατατικός | παρηγοριόμουν / παρηγοριόμουνα | παρηγοριόσουν / παρηγοριόσουνα | παρηγοριόταν / παρηγοριότανε | παρηγοριόμασταν / παρηγοριόμαστε | παρηγοριόσασταν / παρηγοριόσαστε | παρηγοριούνταν / παρηγοριόνταν / παρηγοριόντανε / παρηγοριόντουσαν |
| Αόριστος | παρηγορήθηκα | παρηγορήθηκες | παρηγορήθηκε | παρηγορηθήκαμε | παρηγορηθήκατε | παρηγορήθηκαν / παρηγορηθήκαν / παρηγορηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα παρηγορηθώ / θα παρηγοριέμαι | θα παρηγορηθείς / θα παρηγοριέσαι | θα παρηγορηθεί / θα παρηγοριέται | θα παρηγορηθούμε / θα παρηγοριόμαστε | θα παρηγορηθείτε / θα παρηγοριέστε | θα παρηγορηθούν / θα παρηγορηθούνε / θα παρηγοριούνται |
| Παρακείμενος | έχω παρηγορηθεί | έχεις παρηγορηθεί | έχει παρηγορηθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρηγορηθεί | είχες παρηγορηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρηγορηθεί / να παρηγορηθώ / να παρηγοριέμαι | να έχεις παρηγορηθεί / να παρηγορηθείς / να παρηγοριέσαι | να έχει παρηγορηθεί / να παρηγορηθεί / να παρηγοριέται | να παρηγορηθούμε / να παρηγοριόμαστε | να παρηγορηθείτε / να παρηγοριέστε | να παρηγορηθούν / να παρηγορηθούνε / να παρηγοριούνται |
| Προστακτική | — | παρηγορήσου | — | — | παρηγορηθείτε / παρηγοριέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →