παρθενικότητα
•
- το να είναι κανείς παρθενικός, η ιδιότητα του παρθενικού, του παρθένου Βικιλεξικό
- η παρθενικότητα της φύσης
- μεταφορικάαθωότητα, αγνότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρθενικότητα < παρθενικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρθενικότητα | παρθενικότητες |
| Γενική | παρθενικότητας | παρθενικοτήτων |
| Αιτιατική | παρθενικότητα | παρθενικότητες |
| Κλητική | παρθενικότητα | παρθενικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →