παρθενοφθορία
•
- σπάνιοδιακόρευση παρθένας, βιασμός κοπέλας Βικιλεξικό
- ειδικότεραστα μεσαιωνικά χρόνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρθενοφθορία < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική παρθενοφθορία. Μορφολογικά αναλύεται σε παρθέν(ος) θηλυκό) + -ο- + αρχαία ελληνική φθορία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρθενοφθορία | παρθενοφθορίες |
| Γενική | παρθενοφθορίας | παρθενοφθοριών |
| Αιτιατική | παρθενοφθορία | παρθενοφθορίες |
| Κλητική | παρθενοφθορία | παρθενοφθορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →