παριζάκι
•
- τρόφιμοπάριζα σε μικρό μέγεθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παριζάκι < πάριζ(α) + υποκοριστικό επίθημα -άκι. Δείτε και πάριζα με αναφορές στις λέξεις πάριζα, παριζάκι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παριζάκι | παριζάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | παριζάκι | παριζάκια |
| Κλητική | παριζάκι | παριζάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →