παρκέ
•
- πάτωμα από λειασμένες σανίδες τυποποιημένων διαστάσεων Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο δάπεδο ενός γηπέδου (μπάσκετ, βόλεϊ κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρκέ < γαλλική parquet < parc + -et < παλαιά γαλλική parc < μεσαιωνική λατινική parcus / parricus < φραγκική *parrik (περικλείω) < πρωτογερμανική *parrukaz (περικλείω, περιφράσσω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)par- (κούτσουρο, δοκάρι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →