παρλάτα
•
- μονόλογος ενός ηθοποιού Βικιλεξικό
- μεταφορικάμονότονος μονόλογος κάποιου Βικιλεξικό
- πέρασε ένας πωλητής, μας πούλησε την παρλάτα του αλλά έφυγε άπραγος!
Ετυμολογία
παρλάτα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρλάτα | παρλάτες |
| Γενική | παρλάτας | — |
| Αιτιατική | παρλάτα | παρλάτες |
| Κλητική | παρλάτα | παρλάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →