παρλιακός
•
- παρωχημένοπου λέει ανοησίες, που μιλάει πολύ χωρίς ουσιαστικά λόγια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρλιακός < είτε πάρλ(α) + -ιακός, είτε *παραλοϊκός < παρα- + λογικός με αποβολή του ημιφώνου [j]
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρλιακός | παρλιακή | παρλιακό |
| Γενική | παρλιακού | παρλιακής | παρλιακού |
| Αιτιατική | παρλιακό | παρλιακή | παρλιακό |
| Κλητική | παρλιακέ | παρλιακή | παρλιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρλιακοί | παρλιακές | παρλιακά |
| Γενική | παρλιακών | παρλιακών | παρλιακών |
| Αιτιατική | παρλιακούς | παρλιακές | παρλιακά |
| Κλητική | παρλιακοί | παρλιακές | παρλιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →