παροδικότητα
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι παροδικό(ς), η ιδιότητα του παροδικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παροδικότητα < παροδικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παροδικότητα | παροδικότητες |
| Γενική | παροδικότητας | παροδικοτήτων |
| Αιτιατική | παροδικότητα | παροδικότητες |
| Κλητική | παροδικότητα | παροδικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →