Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παροικιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με παροικία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παροικιακός < παροικία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαροικιακόςπαροικιακήπαροικιακό
Γενικήπαροικιακούπαροικιακήςπαροικιακού
Αιτιατικήπαροικιακόπαροικιακήπαροικιακό
Κλητικήπαροικιακέπαροικιακήπαροικιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαροικιακοίπαροικιακέςπαροικιακά
Γενικήπαροικιακώνπαροικιακώνπαροικιακών
Αιτιατικήπαροικιακούςπαροικιακέςπαροικιακά
Κλητικήπαροικιακοίπαροικιακέςπαροικιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →