παροιμιογράφος
•
- φιλολογίασυγγραφέας ή σχολιαστής παροιμιών κατά την ελληνιστική ή μεσαιωνική περίοδο Βικιλεξικό
- γενικότερα αρσενικό ή θηλυκόπου καταγράφει παροιμίες σε συλλογή που καταρτίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παροιμιογράφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παροιμιογράφος < αρχαία ελληνική παροιμί(α) + -ο- + -γράφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παροιμιογράφος | παροιμιογράφοι |
| Γενική | παροιμιογράφου | παροιμιογράφων |
| Αιτιατική | παροιμιογράφο | παροιμιογράφους |
| Κλητική | παροιμιογράφε | παροιμιογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →