παρομοίωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρομοιάζω Βικιλεξικό
- στη φράση «Έτρεχε σαν τον άνεμο» γίνεται παρομοίωση της ταχύτητας με την οποία τρέχει ένα άτομο με την ταχύτητα που κινείται ο άνεμος.
- γραμματικήτο σχετικό σχήμα λόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρομοίωση < αρχαία ελληνική παρομοίωσις < παρά + ὁμοίωσις < ὅμοιος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική comparaison)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρομοίωση | παρομοιώσεις |
| Γενική | παρομοίωσης | παρομοιώσεων |
| Αιτιατική | παρομοίωση | παρομοιώσεις |
| Κλητική | παρομοίωση | παρομοιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →