Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρομοίωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρομοιάζω Βικιλεξικό
    • στη φράση «Έτρεχε σαν τον άνεμο» γίνεται παρομοίωση της ταχύτητας με την οποία τρέχει ένα άτομο με την ταχύτητα που κινείται ο άνεμος.
  2. γραμματικήτο σχετικό σχήμα λόγου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρομοίωση < αρχαία ελληνική παρομοίωσις < παρά + ὁμοίωσις < ὅμοιος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική comparaison)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρομοίωσηπαρομοιώσεις
Γενικήπαρομοίωσηςπαρομοιώσεων
Αιτιατικήπαρομοίωσηπαρομοιώσεις
Κλητικήπαρομοίωσηπαρομοιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →