παρονομάζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος παρονομάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρονομάζομαι | παρονομάζεσαι | παρονομάζεται | παρονομαζόμαστε | παρονομάζεστε | παρονομάζονται |
| Παρατατικός | παρονομαζόμουν / παρονομαζόμουνα | παρονομαζόσουν / παρονομαζόσουνα | παρονομαζόταν / παρονομαζότανε | παρονομαζόμασταν / παρονομαζόμαστε | παρονομαζόσασταν / παρονομαζόσαστε | παρονομάζονταν / παρονομαζόντουσαν |
| Αόριστος | παρονομάστηκα | παρονομάστηκες | παρονομάστηκε | παρονομαστήκαμε | παρονομαστήκατε | παρονομάστηκαν / παρονομαστήκαν / παρονομαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα παρονομάζομαι / θα παρονομαστώ | θα παρονομάζεσαι / θα παρονομαστείς | θα παρονομάζεται / θα παρονομαστεί | θα παρονομαζόμαστε / θα παρονομαστούμε | θα παρονομάζεστε / θα παρονομαστείτε | θα παρονομάζονται / θα παρονομαστούν / θα παρονομαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρονομαστεί | έχεις παρονομαστεί | έχει παρονομαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρονομαστεί | είχες παρονομαστεί | είχε παρονομαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρονομαστεί / να παρονομάζομαι / να παρονομαστώ | να έχεις παρονομαστεί / να παρονομάζεσαι / να παρονομαστείς | να έχει παρονομαστεί / να παρονομάζεται / να παρονομαστεί | να παρονομαζόμαστε / να παρονομαστούμε | να παρονομάζεστε / να παρονομαστείτε | να παρονομάζονται / να παρονομαστούν / να παρονομαστούνε |
| Προστακτική | — | παρονομάζου / παρονομάσου | — | — | παρονομάζεστε / παρονομαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →