παρονομάζω
•
- παραλλάζω το όνομα, ονομάζω κάποιον ή κάτι με παρωνύμιο, με παρατσούκλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρονομάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρονομάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε παρ- + ονομάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρονομάζω | παρονομάζεις | παρονομάζει | παρονομάζουμε | παρονομάζετε | παρονομάζουν / παρονομάζουνε |
| Παρατατικός | παρονόμαζα | παρονόμαζες | παρονόμαζε | παρονομάζαμε | παρονομάζατε | παρονομάζαν / παρονομάζανε / παρονόμαζαν |
| Αόριστος | παρονόμασα | παρονόμασες | παρονόμασε | παρονομάσαμε | παρονομάσατε | παρονομάσαν / παρονομάσανε / παρονόμασαν |
| Μέλλοντας | θα παρονομάζω / θα παρονομάσω | θα παρονομάζεις / θα παρονομάσεις | θα παρονομάζει / θα παρονομάσει | θα παρονομάζουμε / θα παρονομάσουμε | θα παρονομάζετε / θα παρονομάσετε | θα παρονομάζουν / θα παρονομάζουνε / θα παρονομάσουν / θα παρονομάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παρονομάσει | έχεις παρονομάσει | έχει παρονομάσει | έχουμε παρονομάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρονομάσει | είχες παρονομάσει | είχε παρονομάσει | είχαμε παρονομάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρονομάσει / να παρονομάζω / να παρονομάσω | να έχεις παρονομάσει / να παρονομάζεις / να παρονομάσεις | να έχει παρονομάσει / να παρονομάζει / να παρονομάσει | να έχουμε παρονομάσει / να παρονομάζουμε / να παρονομάσουμε | να παρονομάζετε / να παρονομάσετε | να παρονομάζουν / να παρονομάζουνε / να παρονομάσουν / να παρονομάσουνε |
| Προστακτική | — | παρονόμαζε / παρονόμασε | — | — | παρονομάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παρονομάζομαιπαρονομάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →