Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρονομάζω

/pa.ɾo.noˈma.zo/ρήμα
•
  1. παραλλάζω το όνομα, ονομάζω κάποιον ή κάτι με παρωνύμιο, με παρατσούκλι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρονομάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρονομάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε παρ- + ονομάζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαρονομάζωπαρονομάζειςπαρονομάζειπαρονομάζουμεπαρονομάζετεπαρονομάζουν / παρονομάζουνε
Παρατατικόςπαρονόμαζαπαρονόμαζεςπαρονόμαζεπαρονομάζαμεπαρονομάζατεπαρονομάζαν / παρονομάζανε / παρονόμαζαν
Αόριστοςπαρονόμασαπαρονόμασεςπαρονόμασεπαρονομάσαμεπαρονομάσατεπαρονομάσαν / παρονομάσανε / παρονόμασαν
Μέλλονταςθα παρονομάζω / θα παρονομάσωθα παρονομάζεις / θα παρονομάσειςθα παρονομάζει / θα παρονομάσειθα παρονομάζουμε / θα παρονομάσουμεθα παρονομάζετε / θα παρονομάσετεθα παρονομάζουν / θα παρονομάζουνε / θα παρονομάσουν / θα παρονομάσουνε
Παρακείμενοςέχω παρονομάσειέχεις παρονομάσειέχει παρονομάσειέχουμε παρονομάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα παρονομάσειείχες παρονομάσειείχε παρονομάσειείχαμε παρονομάσει——
Υποτακτικήνα έχω παρονομάσει / να παρονομάζω / να παρονομάσωνα έχεις παρονομάσει / να παρονομάζεις / να παρονομάσειςνα έχει παρονομάσει / να παρονομάζει / να παρονομάσεινα έχουμε παρονομάσει / να παρονομάζουμε / να παρονομάσουμενα παρονομάζετε / να παρονομάσετενα παρονομάζουν / να παρονομάζουνε / να παρονομάσουν / να παρονομάσουνε
Προστακτική—παρονόμαζε / παρονόμασε——παρονομάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

παρονομάζομαιπαρονομάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →