Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρουσιαστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που παρουσιάζει κάτι (π.χ. μια εκπομπή στην τηλεόραση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρουσιαστής < παρουσιάζω + -τής, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική présentateur

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρουσιαστήςπαρουσιαστές
Γενικήπαρουσιαστήπαρουσιαστών
Αιτιατικήπαρουσιαστήπαρουσιαστές
Κλητικήπαρουσιαστήπαρουσιαστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →