παρρησία
•
- η έκφραση της προσωπικής γνώμης με θάρρος και ειλικρίνεια Βικιλεξικό
- μίλησε με παρρησία
- θρησκείατα ονόματα πιστών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ζωντανών ή νεκρών, τα οποία μνημονεύονται σε ακολουθίες ενός μοναστηριού, εκτός των επίσημων διπτύχων, στα οποία περιέχονται ονόματα που μνημονεύονται στην Πρόθεση κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας. Βικιλεξικό
- Ο Γληγόρης, γιος του Τζάνου, από τη Μυτιλήνη, αφιερώνει στη μονή Καρακάλλου ένα σπίτι στο «μαχαλά» της Μητροπόλεως, [στη Μυτιλήνη], κοντά στου Χατζή Αθανάση Καμπά, της Παλογούς Καρανίκενας και Κωνσταντίνου Αβαγιανού, για τέσσερις παρρησίες (τα ονόματα: Γλήγορης, Ελενούδα, Γεώργιος και Τζάνος). (Αθωνικά Σύμμεικτα, τόμ. 1 σ. 45)
Ετυμολογία
παρρησία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρρησία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρρησία | παρρησίες |
| Γενική | παρρησίας | παρρησιών |
| Αιτιατική | παρρησία | παρρησίες |
| Κλητική | παρρησία | παρρησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →