παρτίδα
•
- μέρος ενός όλου, κομμάτι ενός συνόλου, που αποτελείται από αντικείμενα με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό Βικιλεξικό
- Οι τρεις τελευταίες παρτίδες από τα ανταλλακτικά που παραγγείλαμε είχαν όλες ελαττωματική συσκευασία.
- Οι αφλατοξίνες είναι μυκοτοξίνες οι οποίες παράγονται από ορισμένα είδη μυκήτων της ομάδας Aspergillus section Flavi και μολύνουν διάφορα είδη τροφίμων, μεταξύ αυτών και τα κελυφωτά φιστίκια. Εμφανίζουν υψηλή τοξικότητα, καρκινογόνο και μεταλλαξιογόνο δράση στον άνθρωπο και τα ζώα. Μία καλή πρακτική που εφαρμόζεται ως προληπτικό μέτρο για τη μείωση της συγκέντρωσης της αφλατοξίνης σε μία παρτίδα είναι ο διαχωρισμός των ελαττωματικών καρπών, με αυτόματα μηχανικά συστήματα ή χειροδιαλογή.
- παιχνίδιφιλική αντιμετώπιση αντιπάλων, κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού Βικιλεξικό
- παίζαμε μια παρτίδα τάβλι
- συνήθως στον πληθυντικόσυναλλαγή, δοσοληψία, αλισβερίσι Βικιλεξικό
- έχει παρτίδες με τη μαφία
- Δε θέλω να έχω καμιά παρτίδα μαζί του πλέον.
Ετυμολογία
παρτίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παρτίδα < (άμεσο δάνειο) βενετική *partida (ιταλική partita)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρτίδα | παρτίδες |
| Γενική | παρτίδας | παρτίδων |
| Αιτιατική | παρτίδα | παρτίδες |
| Κλητική | παρτίδα | παρτίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →