παρωδία
•
- σκωπτική παραποίηση σοβαρού λογοτεχνικού έργου Βικιλεξικό
- γελοιοποίηση γεγονότος Βικιλεξικό
- παρωδία εκλογών
Ετυμολογία
παρωδία < αρχαία ελληνική παρῳδία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρωδία | παρωδίες |
| Γενική | παρωδίας | παρωδιών |
| Αιτιατική | παρωδία | παρωδίες |
| Κλητική | παρωδία | παρωδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →