παρωθώ
•
- λόγιοπαρακινώ, παροτρύνω, προτρέπω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρωθώ < παρωθέω / παρωθῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inciter )
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρωθώ | παρωθείς | παρωθεί | παρωθούμε | παρωθείτε | παρωθούν / παρωθούνε |
| Παρατατικός | παρωθούσα | παρωθούσες | παρωθούσε | παρωθούσαμε | παρωθούσατε | παρωθούσαν / παρωθούσανε |
| Αόριστος | παρώθησα | παρώθησες | παρώθησε | παρωθήσαμε | παρωθήσατε | παρωθήσαν / παρωθήσανε / παρώθησαν |
| Μέλλοντας | θα παρωθήσω / θα παρωθώ | θα παρωθήσεις / θα παρωθείς | θα παρωθήσει / θα παρωθεί | θα παρωθήσουμε / θα παρωθούμε | θα παρωθήσετε / θα παρωθείτε | θα παρωθήσουν / θα παρωθήσουνε / θα παρωθούν / θα παρωθούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρωθήσει | έχεις παρωθήσει | έχει παρωθήσει | έχουμε παρωθήσει | έχετε παρωθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρωθήσει | είχες παρωθήσει | είχε παρωθήσει | είχαμε παρωθήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρωθήσει / να παρωθήσω / να παρωθώ | να έχεις παρωθήσει / να παρωθήσεις / να παρωθείς | να έχει παρωθήσει / να παρωθήσει / να παρωθεί | να έχουμε παρωθήσει / να παρωθήσουμε / να παρωθούμε | να έχετε παρωθήσει / να παρωθήσετε / να παρωθείτε | να παρωθήσουν / να παρωθήσουνε / να παρωθούν / να παρωθούνε |
| Προστακτική | — | παρώθει / παρώθησε | — | — | παρωθήστε / παρωθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →