παρωχημένος
•
- ο αναγόμενος στο παρελθόν, στα περασμένα Βικιλεξικό
- που δε χρησιμοποιείται πια ή δεν ανταποκρίνεται στα σύγχρονα δεδομένα Βικιλεξικό
- παρωχημένη έκφραση, συσκευή παρωχημένης τεχνολογίας
- ((γραμματική), για ρηματικούς χρόνους) συντελεσμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρωχημένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρῳχημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παροίχομαι. Για τη σημασία στη γραμματική, (ελληνιστική κοινή)
Άλλοι τύποι
παρωχημέναπαρωχημένεπαρωχημένεςπαρωχημένηπαρωχημένηςπαρωχημένοπαρωχημένοιπαρωχημένοςπαρωχημένουπαρωχημένουςπαρωχημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →