Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρωχημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. ο αναγόμενος στο παρελθόν, στα περασμένα Βικιλεξικό
  2. που δε χρησιμοποιείται πια ή δεν ανταποκρίνεται στα σύγχρονα δεδομένα Βικιλεξικό
    • παρωχημένη έκφραση, συσκευή παρωχημένης τεχνολογίας
  3. ((γραμματική), για ρηματικούς χρόνους) συντελεσμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρωχημένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρῳχημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παροίχομαι. Για τη σημασία στη γραμματική, (ελληνιστική κοινή)

Άλλοι τύποι

παρωχημέναπαρωχημένεπαρωχημένεςπαρωχημένηπαρωχημένηςπαρωχημένοπαρωχημένοιπαρωχημένοςπαρωχημένουπαρωχημένουςπαρωχημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →