Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρόλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποπαχειά λόγια (συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
  2. τοπικό, για τη Δυτική Ελλάδα Βικιλεξικό
    • λόγος, κουβέντα
    • (μεταφορικά) χαζομάρα, ανοησία

Ετυμολογία

παρόλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική parola < γαλλική parole < υστερολατινική parabola < ελληνιστική κοινή παραβολή (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρόλαπαρόλες
Γενικήπαρόλας—
Αιτιατικήπαρόλαπαρόλες
Κλητικήπαρόλαπαρόλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →