παρόλα
•
- λαϊκότροποπαχειά λόγια (συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
- τοπικό, για τη Δυτική Ελλάδα Βικιλεξικό
- λόγος, κουβέντα
- (μεταφορικά) χαζομάρα, ανοησία
Ετυμολογία
παρόλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική parola < γαλλική parole < υστερολατινική parabola < ελληνιστική κοινή παραβολή (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρόλα | παρόλες |
| Γενική | παρόλας | — |
| Αιτιατική | παρόλα | παρόλες |
| Κλητική | παρόλα | παρόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →